Με βάση την ανθρωποκεντρική φιλοσοφία, η Shapiro εισήγαγε μια θεραπευτική μέθοδο επεξεργασίας πληροφοριών, αυστηρά δομημένη στα επιμέρους βήματά της. Ο θεραπευτικός της στόχος είναι να συμβάλει στην άμεση επεξεργασία τραυματικών και γι’ αυτό «παγωμένων» αναμνήσεων και να επιτρέψει τη λύση δυσλειτουργικών μοντέλων συμπεριφοράς. Το θεωρητικό της μοντέλο δεν στηρίζεται απλώς στη θεωρία της μάθησης, αλλά στην υπόθεση ότι η επεξεργασία πληροφοριών στον ανθρώπινο εγκέφαλο πραγματοποιείται με βάση συνειρμικά δίκτυα. Αρχή της μεθόδου είναι ότι ο άνθρωπος διέπεται από μια φυσική τάση για εξέλιξη και προσαρμογή των εμπειριών του, που μπορεί να αναπτυχθεί μόνο μέσα σε μια σταθερή και ασφαλή σχέση. Ο θεραπευτής συνοδεύει τη βιωματική διαδικασία του EMDR και ενισχύει την ακριβή παρατήρηση και τη διαφοροποίηση δυνάμει συνειδητών εσωτερικών διεργασιών. Στόχος του EMDR είναι η μετατροπή της δυσλειτουργικής αφομοίωσης μιας τραυματικής εμπειρίας σε λειτουργική, μέσα σε ασφαλές θεραπευτικό πλαίσιο. Δεν αρκείται απλώς στην εξάλειψη των συμπτωμάτων και στην απόσβεση τυχόν εξαρτημένων αντιδράσεων (conditioning), κυρίως αποβλέπει στην επεξεργασία της αρνητικής εμπειρίας ή των δυσλειτουργικών σκέψεων και συναισθημάτων σε επίπεδο ψυχολογικό, σωματικό και νευροφυσιολογικό. Η επεξεργασία με τη μέθοδο EMDR παρέχει στο θεραπευόμενο ένα σταθερό πλαίσιο και του επιτρέπει να επαναπροσεγγίσει την αρνητική εμπειρία, χωρίς να «πλημμυρίζεται» από δυσβάκτακτα συναισθήματα, ώστε να αποφευχθεί, κατ’ αυτό τον τρόπο, το ενδεχόμενο ενός επανατραυματισμού. Αρκετές φορές, οι θεραπευόμενοι αναφέρουν ότι είχαν ξαφνικά μια εσωτερική επίγνωση σε σχέση με τις τραυματικές αναμνήσεις τους, με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να αισθανθούν, να σκεφτούν και να δράσουν διαφορετικά στο μέλλον.
Η μέθοδος EMDR δεν αποτελεί νέα ψυχοθεραπευτική σχολή, καθώς προϋποθέτει μια βασική ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση, ενώ η εφαρμογή της απαιτεί κλινική εμπειρία. Μπορεί να εφαρμοστεί από μόνη της-π.χ. κάποιες συνεδρίες για την επεξεργασία ενός ατυχήματος- καθώς και, συμπληρωματικά, να ενταχθεί σε μια μακρόπνοη θεραπευτική διαδικασία. Ξεκινώντας από μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση, η Shapiro εντάσσει στη μέθοδό της στοιχεία γνωσιακής ψυχοθεραπείας: την έκθεση στην ανάμνηση, τη νοερή αντιμετώπιση μελλοντικών καταστάσεων, την αξιολόγηση, τις γενικευμένες πεποιθήσεις κ. α. (Smyth & Poole, 2003). Το EMDR βασίζεται όμως κατά μεγάλο μέρος στον ελεύθερο συνειρμό- και με αυτή την έννοια αξιοποιεί μια ψυχαναλυτική πρακτική (Grand, 1999. Wachtel,2003). Εξάλλου, οι θεραπευτικές παρεμβάσεις θυμίζουν συχνά την πρακτική της θεραπευτικής ύπνωσης (κατά τον M. Erickson) ( Brink, 2001. Gilligan, 2003) και, κατά συνέπεια, της συστημικής προσέγγισης του κονστρουκτιβισμού και της αφηγηματικής θεραπείας (von Saint Paul, 2001).

Η χρήση του διεστιακού ερεθίσματος-Διαδιακασία

Σ’ αυτό το σημείο θα αναφερθούμε στην καινοτομία της μεθόδου EMDR με τη χρήση του διεστιακού ερεθίσματος. Καινοτομία αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο συνδυάζονται όλα αυτά αρμονικά, σε μια δομημένη θεραπευτική διαδικασία. Το δεύτερο νέο στοιχείο της μεθόδου είναι η χρήση ενός διεστιακού αισθητηριακού ερεθίσματος: αρχικά επρόκειτο μόνο για εναλλασσόμενες οφθαλμικές κινήσεις (“eye movements”), από τις οποίες προήλθε και η ονομασία της μεθόδου. Ο ρόλος των κινήσεων των ματιών έχει τεκμηριωθεί επαρκώς σε σύνδεση με υψηλές γνωστικές διαδικασίες και την εγκεφαλική λειτουργία (Amadeo & Shagas, 1963. Antrobus & Singer, 1973). Gale & Johnson, 1984. Ringo, Sobotk, Diltz, Bruce, 1994), και επιπλέον έχει ήδη αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με μια αλλαγή γνωστικού περιεχομένου (Antrobus & Singer, 1964). Αργότερα εφαρμόστηκε οποιοδήποτε διεστιακό αισθητηριακό ερέθισμα (οπτικό, ακουστικό, απτικό). Η χρήση του διεστιακού ερεθίσματος ενισχύει τη νευροφυσιολογική επεξεργασία ως εξής: η επανεπεξεργασία των δυσάρεστων αναμνήσεων και των αρνητικών πεποιθήσεων που απορρέουν από αυτές πραγματοποιείται τη στιγμή που ο θεραπευόμενος επικεντρώνεται στην εσωτερική του διεργασία- καθώς φέρνει στο νου του τις τραυματικές εικόνες-, παράλληλα όμως καλείται να στρέψει την προσοχή του στο εξωτερικό διεστιακό ερέθισμα. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται η ταυτόχρονη εστίαση, αφενός, στο «μέσα» και στο «τότε» (του εσωτερικού βιώματος) και, αφετέρου, στο «έξω» και στο «τώρα» (της εξωτερικής πραγματικότητας και της ασφάλειας , μέσα στη θεραπευτική σχέση). Όσον αφορά στην επιτυχή έκβαση της συνεδρίας, θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό να πάρει ο θεραπευόμενος θέση παρατηρητή των όσων διαδραματίζονται μέσα του, να καταφέρει, δηλαδή, να αποστασιοποιηθεί από τα βιώματά του.
Το EMDR εφαρμόζεται μόνο σε ατομικές συνεδρίες και απαιτεί από τον ειδικά εκπαιδευμένο και έμπειρο ψυχοθεραπευτή τη διατήρηση της επαφής με το θεραπευόμενο και την ενεργό κατευθύνση της συνεδρίας.

Οι απαρχές του EMDR

Ας κάνουμε εδώ μια αναδρομή στις συνθήκες γέννησης της Τεχνικής. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο βιβλίο της Sapiro (2001) όταν η ίδια περπατούσε στο πάρκο την Άνοιξη του 1987, ανακάλυψε ότι η ένταση κάποιων ενοχλητικών σκέψεων που είχε, μειώθηκε ύστερα από αυθόρμητες εναλλασσόμενες κινήσεις των ματιών της δεξιά και αριστερά στο χώρο. Με αφορμή αυτή την αρχική προσωπική της εμπειρία, άρχισε δοκιμές και με άλλα άτομα, τους ζητούσε να ακολουθούν τα δάκτυλά της με τα μάτια τους , καθώς εκείνη κουνούσε το χέρι της από τα αριστερά προς τα δεξιά. Στη συνέχεια, δοκίμασε διαφορετικών ειδών οφθαλμικές κινήσεις (ταχύτερες, βραδύτερες, σε διαφορετικές κατευθύνσεις) και ζήτησε από τους ενδιαφερόμενους να συγκεντρωθούν σε μια ποικιλία πραγμάτων (όπως σε διαφορετικές διαστάσεις της ίδιας θύμησης ή στον τρόπο που τους έκανε να αισθάνονται).
Προοδευτικά άρχισε να μαθαίνει ποιες στρατηγικές ήταν περισσότερο πιθανό να έχουν θετική επίδραση. Κατ’ αυτό τον τρόπο επινόησε, σταδιακά, μια δομημένη μέθοδο επεξεργασίας, με συγκεκριμένη αρχή και τέλος για κάθε συνεδρία. Ακριβώς, επειδή η αρχική εστίαση της αφορούσε στη μείωση του άγχους (όπως ήταν και η αρχική προσωπική της εμπειρία) και η αρχική της προσέγγιση εκείνο τον καιρό ήταν γνωσιακή, ονόμασε τη μέθοδο απευαισθητοποίηση με οφθαλμικές κινήσεις (EMD, Eye Movement Desensitization).

Οι πρώτες έρευνες και η εξέλιξη της μεθόδου

Επιχειρώντας να δούμε τις πρώτες έρευνες για τις απαρχές της μεθόδου EMDR, επιστρέφουμε στο χειμώνα του 1987, όταν η Sapiro αποφάσισε να ερευνήσει αν το EMD αποδεικνυόταν επιτυχημένη τεχνική κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες. Για την πρώτη επίσημη έρευνα (Sapiro, 1989b) που διεξήγαγε η ίδια, χρησιμοποίησε ομοιογενή ομάδα 22 ατόμων με διάγνωση «Μετατραυματικό σύνδρομο» (PTSD, κατά τον διαγνωστικό κώδικα DSM-III). Επρόκειτο για θύματα βιασμού ή κακοποίησης και βετεράνους του Βιετνάμ. Τα συγκεκριμένα άτομα ανατέθηκαν τυχαία σε θεραπευτική ή σε ομάδα ελέγχου. Τα αποτελέσματα της δημοσιευμένης έρευνας επιβεβαιώνουν μια εμφανή υποχώρηση των συμπτωμάτων της πειραματικής ομάδας σε σχέση με την ομάδα ελέγχου.
Στη συνέχεια, η κλινική εφαρμογή του EMDR έδειξε πως σε κάποιες περιπτώσεις η αρχική δομή της μεθόδου (αξιολόγηση, επεξεργασία και εγκαθίδρυση) δεν επαρκούσε. Η Sapiro διεύρυνε τη μέθοδό της με στοιχεία που αφορούσαν στη θεραπευτική σχέση, τον αντίκτυπο των αναμνήσεων στο σώμα, καθώς και τον θεραπευτικό προγραμματισμό. Εξάλλου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η σταθερότητα της επιτυχίας δεν εξαρτάται μόνο από την επεξεργασία αλλά και από τη γνωστική επαναδόμηση των αναμνήσεων, την προσαρμογή και την αποδοχή της επίγνωσης. Σταδιακά, η μέθοδος διερευνήθηκε και πήρε τη σημερινή της μορφή με το πρωτόκολλο των οκτώ φάσεων. Παράλληλα, η εφαρμογή της επεκτάθηκε και σε άλλες ψυχικές παθήσεις, εκτός του μετατραυματικού συνδρόμου, με βάση ειδικά πρωτόκολλα. Το 1991, η μέθοδος πήρε της σημερινή της ονομασία: Eye Movement Desensitization and Reprocessing. Η αλλαγή του ονόματος από EMD σε EMDR περιλάμβανε μια προσωπική μετατόπιση του αρχικού προσανατολισμού της Shapiro από το γνωσιακό μοντέλο της απλής επεξεργασίας των αναμνήσεων και της απευαισθητοποίησης της ασθενούς απέναντι στο άγχος της, σε ένα πιο ολοκληρωμένο πρότυπο επεξεργασίας πληροφοριών. Αυτό το πρότυπο περιλαμβάνει την κλινική εφαρμογή του μοντέλου της επεξεργασίας πληροφοριών και των συσχετιζόμενων με αυτές συνειρμικών δικτύων που αρχικά παρουσιάστηκαν από τους Lang (1977) και Bower (1981).
Σ’ αυτό το σημείο ας δούμε πως εφαρμόζεται το EMDR στην πράξη. Το EMDR μπορεί να προσαρμοστεί σε όλα τα θεραπευτικά πλαίσια και τις θεωρητικές κατευθύνσεις και να ενταχθεί σε μακροχρόνιες θεραπείες ή να αποτελέσει, κατά περίσταση, από μόνο του, μια βραχεία θεραπευτική προσέγγιση. Το θεραπευτικό πρωτόκολλο του EMDR αποτελείται από οκτώ βήματα που ακολουθούνται με τη σειρά σε κάθε περίπτωση. Η διάρκεια που απαιτείται για κάθε βήμα ποικίλλει ανάλογα με την προσωπικότητα, τη διαταραχή και το είδος της τραυματικής εμπειρίας του θεραπευόμενου. Όπως και στις περισσότερες μεθόδους επεξεργασίας τραυματικών εμπειριών, και στην εφαρμογή του EMDR διακρίνουμε τρεις κυρίως φάσεις: τη φάση της σταθεροποίησης, τη φάση της επεξεργασίας και τη φάση της προσαρμογής.
Μετά τη λήψη ιστορικού και την εγκαθίδρυση της θεραπευτικής σχέσης αφιερώνεται αρκετός χρόνος (συνεδρίες), ώστε ο θεραπευόμενος να νοιώσει ασφαλής και αποδεκτός στο «εδώ και τώρα» και να επανασυνδεθεί με τα «θετικά στοιχεία» του. Αυτή είναι η φάση σταθεροποίησης.
Κατά τη φάση της επεξεργασίας των τραυματικών εμπειριών ή των δυσλειτουργικών σκέψεων, ο θεραπευόμενος καλείται να επικεντρωθεί στις εσωτερικές του εικόνες, στις σκέψεις ή στις σωματικές αισθήσεις που συνδέονται με το τραύμα, ενώ, παράλληλα, εστιάζει την προσοχή του σε μια σειρά ρυθμικών και διεστιακών (αμφίπλευρων) αισθητηριακών ερεθισμάτων. Αυτά μπορεί να είναι οπτικά (κατευθυνόμενες οφθαλμικές κινήσεις), απτικά (ρυθμικό αμφίπλευρο άγγιγμα) ή ακουστικά. Τα ερεθίσματα συμβάλλουν στη διανοητική, νευροφυσιολογική, συναισθηματική και σωματική αφομοίωση της τραυματικής εμπειρίας. Κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας, ο θεραπευόμενος αφήνεται ελεύθερος στους συνειρμούς του, οι οποίοι μπορεί να είναι αναμνήσεις, εικόνες, σκέψεις, ή σωματικές αισθήσεις. Κατ’ αυτό τον τρόπο μπορεί να ανακαλύψει, κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας, ότι η εμπειρία του ήταν τραυματική, γιατί έφερε στην επιφάνεια ένα άλλο, ενδεχομένως πρώιμο τραύμα το οποίο είχε «ξέχασει». Σε τακτά διαστήματα, ο θεραπευόμενος διακόπτει την εσωτερική διεργασία, ώστε, αφενός, να αποφύγει μια παλινδρόμηση ή αποσυνδετική αντίδραση και, αφετέρου, να έχει τη δυνατότητα να παρέμβει, εφόσον το κρίνει απαραίτητο. Αυτή είναι μια άλλη καινοτομία του EMDR που συμβάλλει καθοριστικά στην αποτελεσματικότητα του: ο συνδυασμός ενός αυστηρά δομημένου –και γι’ αυτό προβλέψιμου- πλαισίου (το πρωτόκολλο των οκτώ βημάτων) με τον ελάχιστα κατευθυνόμενο, ελεύθερο συνειρμό που αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας με το αμφίπλευρο ερέθισμα.
Επιπλέον, ένα βασικό στοιχείο του EMDR έγκειται στην αλλεπάλληλη διαδοχή του «τότε» (της τραυματικής εμπειρίας) και του «τώρα» (της ασφάλειας στη θεραπευτική σχέση και του θεραπευτικού διαλόγου), του «μέσα» (της εσωτερικής διεργασίας) και του «έξω» (του διεστιακού ερεθίσματος). Αρκετές φορές χρησιμοποιούμε την παρομοίωση ενός φιλμ, το οποίο η θεραπευόμενη παρακολουθεί, ή ενός τρένου, από το παράθυρο του οποίου βλέπει το τοπίο να περνάει, ώστε να διευκολύνουμε την αποστασιοποίηση της. Στόχος της φάσης της προσαρμογής είναι, αφενός, η επανεκτίμηση της επεξεργασίας και, αφετέρου, η αφομοίωση της τραυματικής εμπειρίας και η ανασκόπηση της θεραπείας. Η νοηματοδότηση του συμβάντος, η απάντηση στο «γιατί εγώ» και στο «γιατί τώρα», αποτελεί τις περισσότερες φορές επιτακτική ανάγκη. Η αναζήτηση νοήματος βοηθάει το θεραπευόμενο να εντάξει το τραυματικό βίωμα στην προσωπική του ιστορία, να την αποδεχθεί και να ανακτήσει την εμπιστοσύνη του στον εαυτό του και την αισιοδοξία του για τη ζωή.

Η αποτελεσματικότητα του EMDR: Κλινικές έρευνες

Στο σημείο αυτό αξίζει να τονίσουμε ότι η αποτελεσματικότητα του EMDR στις μετατραυματικές διαταραχές έχει διερευνηθεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ψυχοθεραπευτική μέθοδο (Shapiro, 2001). Ο αριθμός των δημοσιεύσεων έχει αυξητική τάση, ενώ τα τελευταία χρόνια γίνονται δεκάδες έρευνες. Ο κατάλογος της APA (American Psychiatry Association) με τις ερευνητικά εμπεριστατωμένες μεθόδους για κάθε ψυχική διαταραχή συμπεριλαμβάνει μόνο τρείς μεθόδους ως αποδεδειγμένα αποτελεσματικές στην αντιμετώπιση της μετατραυματικής διαταραχής: τη γνωσιακή μέθοδο της έκθεσης, τη θεραπεία εμβολιασμού κατά του άγχους (SIT: Stress Inoculation Training) και το EMDR.
Οι μέχρι τώρα έρευνες αναδεικνύουν μια υπεροχή του EMDR ως προς τον απαιτούμενο χρόνο για την υποχώρηση των συμπτωμάτων. Μια έρευνα των Foa, Dancu, Hembree και συνεργάτες (1999) για την αποτελεσματικότητα του SIT, έδειξε ότι μετά από επτά συνεδρίες, ποσοστό 45% των ασθενών εξακολουθούσαν να πάσχουν από μετατραυματικά συμπτώματα (περιπτώσεις με απλό τραύμα). Τέσσερις έρευνες με το EMDR έδειξαν ότι μετά από μόνο τρεις συνεδρίες διάρκειας 90 λεπτών, τα μετατραυματικά συμπτώματα είχαν υποχωρήσει στο 84%-90% των ασθενών (επίσης σε περιπτώσεις με απλό τραύμα).
Οι δυνατότητες εφαρμογής του EMDR στην αντιμετώπιση της μετατραυματικής διαταραχής έχουν διερευνηθεί ως προς διάφορες ομάδες ασθενών : σε παιδιά και εφήβους, σε βετεράνους πολέμου, σε θύματα σεξουαλικής βίας ή κακοποίησης, σε θύματα ληστείας, μετά από ατυχήματα κάθε είδους, σε θύματα φυσικών καταστροφών, σε αυτόπτες μάρτυρες θανατηφόρων ατυχημάτων ή επιθέσεων, σε περιπτώσεις επιπλεγμένου πένθους και αρκετά άλλα τραύματα (Schubbe, 2004. Shapiro, 2001) Όπως έχουμε προαναφέρει, την πρώτη ελεγμένη έρευνα για το EMDR πραγματοποίησε η ίδια η Sapiro το 1988, με 22 άτομα που έπασχαν από μετατραυματικό σύνδρομο( θύματα βιασμού, κακοποίησης ή βετεράνους πολέμου) όπου και σημειώθηκε σημαντική μείωση στα αρνητικά μετατραυματικά συμπτώματα των συμμετεχόντων. Αυτή η πρώτη έρευνα έχει δεχθεί αρκετή κριτική, δεδομένου ότι διεξήχθη από την ίδια τη Sapiro, ενώ δεν χρησιμοποίησε σταθμισμένα ερωτηματολόγια. Σχετική αναζήτηση δημοσιευμένων ερευνών με ενηλίκους που έπασχαν από κλινικά διαγνωσμένο μετατραυματικό σύνδρομο, ανέδειξε 35 ελεγχόμενες και τυχαιοποιημένες (randomized) έρευνες. Παρακάτω, θα προσπαθήσουμε να αναφερθούμε στις περισσότερες, με συνοπτικό τρόπο.
Ο Jansen (1994) χρησιμοποίησε βετεράνους του Βιετνάμ και συνέκρινε μια ομάδα που συμμετείχε σε θεραπεία EMDR με μια ομάδα ελέγχου. Μετά από δύο συνεδρίες παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική υποχώρηση του βαθμού δυσφορίας στην ομάδα EMDR, όχι όμως και στις ψυχολογικές δοκιμασίες. Ωστόσο, αυτή η έρευνα παρουσιάζει μεθοδολογικές ελλείψεις. Ορισμένοι ερευνητές διεξήγαγαν από μία έως οκτώ συνεδρίες EMDR με ασθενείς που έπασχαν από ΜΤΣ,Μετατραυματικό σύνδρομο (Forbes, Creamer, & Rycroft, 1994. Lazrove, Triffleman, Kite et al., 1998. Vaughan, Wiese, Dold, & Tarrier, 1994b). Τόσο τα συμπτώματα του ΜΤΣ όσο και η κατάθλιψη και η φοβική διαταραχή υποχώρησαν σημαντικά, ενώ το θεραπευτικό αποτέλεσμα ήταν σταθερό και δύο-τρεις μήνες αργότερα στον επανέλεγχο. Οι Wilson, Becker και Tinker (1995) συμπεριέλαβαν στην έρευνά τους 80 ασθενείς, από τους οποίους οι μισοί πληρούσαν τα κριτήρια του ΜΤΣ. Τους κατένειμαν τυχαία σε ομάδα ελέγχου (αναμονής)- οι οποίοι έκαναν σε μεταγενέστερη φάση θεραπεία EMDR- και σε ομάδα που έκανε θεραπεία EMDR εξ αρχής. Ο βαθμός δυσφορίας υποχώρησε και τα συμπτώματα μειώθηκαν σημαντικά. Στην ομάδα ελέγχου αρχικά δεν υπήρχε καμία βελτίωση: αυτή επιτεύχθηκε μετά τη θεραπεία με EMDR. Η υποχώρηση των συμπτωμάτων ήταν σταθερή, όπως έδειξαν οι μετέπειτα μετρήσεις.
Μεταγενέστερη έρευνα (Wilson, Becker, & Tinker, 1997) στα ίδια άτομα έδειξε πως το θεραπευτικό αποτέλεσμα παρέμεινε σταθερό. Η έρευνα του Rothbaum (1997) έδειξε ότι όχι μόνο τα συμπτώματα ΜΤΣ (στο 90% των συμμετεχόντων), αλλά και η κατάθλιψη και η φοβική διαταραχή υποχώρησαν αισθητά μετά από μόλις τρεις συνεδρίες EMDR, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου, όπου μόνο σε ποσοστό 12% τα συμπτώματα είχαν μειωθεί. Το αποτέλεσμα ήταν σταθερό κατά τον επανέλεγχο τρεις μήνες μετά τη θεραπεία.
Οι Sack, Nickel, Lempa και Lamprecht (2003) βρήκαν ότι 10 ασθενείς ωφελήθηκαν σημαντικά από τις συνεδρίες EMDR (1-8) ως προς την υποχώρηση των συμπτωμάτων ΜΤΣ, του φόβου και της κατάθλιψής τους, σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Το νέο στοιχείο της έρευνας είναι ότι παρατηρήθηκε και αξιοσημείωτη ελάττωση της ταχυκαρδίας κατά την έκθεση στο τραυματικό υλικό. Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι το EMDR συνέβαλε στην ικανότητα ψυχοφυσιολογικής αυτορρύθμισης. Οι Silver, Rogers, Knipe και Colelli (2005) εφάρμοσαν τη θεραπεία EMDR σε συγγενείς θυμάτων, αυτόπτες μάρτυρες και προσωπικό διάσωσης από την επίθεση στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης στις 11 Σεπτεμβρίου. Τόσο αυτοί που δέχτηκαν άμεση θεραπευτική βοήθεια όσο και αυτοί που αναζήτησαν βοήθεια σε μεταγενέστερο χρόνο, παρουσίασαν στατιστικά σημαντική βελτίωση ως προς τα μετατραυματικά συμπτώματα. Παρατήρησαν ωστόσο ότι η καθυστερημένη έναρξη της θεραπείας συνεπάγεται σε βαρύτερα συμπτώματα. Οι Konuk, Knipe, Eke και συνεργάτες (2006) εφάρμοσαν τη θεραπεία EMDR σε 1.500 άτομα συνολικά με ΜΤΣ από 10 διαφορετικές πόλεις μετά τον σεισμό του 1999 στην Τουρκία. Μια μελέτη πεδίου σε 41 άτομα με ΜΤΣ έδειξε πως σε ποσοστό 92,7% των συμμετεχόντων τα συμπτώματα υποχώρησαν στατιστικά σημαντικά μετά από κατά μέσο όρο πέντε ενενηντάλεπτες συνεδρίες EMDR, και παρέμειναν σταθερά κατά τον επανέλεγχο έξι μήνες αργότερα. Αξιοσημείωτο είναι ότι το ίδιο μοτίβο της ανάρρωσης παρατηρήθηκε ανεξάρτητα από το αν οι ασθενείς λάμβαναν παράλληλα φαρμακοθεραπεία.
Οι Hogberg, Pagani, Sundin και συνεργάτες (2007) εφάρμοσαν πέντε συνεδρίες EMDR σε ομάδα 13 εργαζομένων των μέσων μαζικής μεταφοράς στη Στοκχόλμη, οι οποίοι έπασχαν από ΜΤΣ, αφού έγιναν μάρτυρες ατυχήματος στο οποίο ένας άνθρωπος έχασε τη ζωή του στις γραμμές του τρένου. Σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (Ν=11), η ομάδα θεραπείας EMDR είχε στατιστικά σημαντικότερη υποχώρηση των συμπτωμάτων.
Επιπλέον, έρευνες με βάση νευροφυσιολογικά ευρήματα μπορούν να τεκμηριώσουν αδιαμφισβήτητα την αποτελεσματικότητα της δυναμικής ψυχοθεραπείας με τη μέθοδο EMDR. Οι έξι αυτές έρευνες στηρίζονται σε εγκεφαλογραφήματα και μαγνητικές τομογραφίες( Schubbe, 2004).
Οι Lamprecht και Lempa (1997) επισημαίνουν τη μεταβολή των γνωσιακών- σχετιζόμενων με γεγονότα- δυναμικών σε ασθενείς με ΜΤΣ στο εγκεφαλογράφημα πριν από και μετά τις συνεδρίες EMDR. Συγκεκριμένα, βρέθηκε ελάττωση του κεντρομετωπιαίου δυναμικού (P3a) και αύξηση του κεντροβρεγματικού δυναμικού (P3b). Αυτό το εύρημα συνδέεται με τη μείωση της ακούσιας και την αύξηση της εκούσιας προσοχής. Σε ασθενείς που δεν είχαν θεραπευτικό αποτέλεσμα δεν παρατηρήθηκε καμιά μεταβολή στο εγκεφαλογράφημα. Οι van der Kolk και συνεργάτες (1998), μετά από επιτυχημένες ως προς το θεραπευτικό αποτέλεσμα συνεδρίες EMDR, διαπίστωσαν μια αύξηση της δραστηριότητας του φλοιού του προσαγωγίου, καθώς και του δεξιού πρόσθιου φλοιού του εγκεφάλου. Υποθέτουν ότι η θεραπεία συνδέεται με ικανότητα ανώτερων εγκεφαλικών λειτουργιών να παραβλέπουν το «σήμα κινδύνου» που δίνει το μεταιχμιακό (λιμβικό) σύστημα μετά από ορισμένα ερεθίσματα τα οποία παραπέμπουν στην τραυματική εμπειρία του παρελθόντος.

Οι Levin και συνεργάτες (1999) βρήκαν ότι μετά από τρεις συνεδρίες EMDR (όπου τα συμπτώματα ΜΤΣ μειώθηκαν) υποχώρησε και ο δείκτης υπερεγρήγορσης, γεγονός το οποίο σημαίνει πως οι ασθενείς έχαναν λιγότερο χρόνο, αναζητώντας πιθανούς κινδύνους γύρω τους. Σε αρκετούς από τους ασθενείς, η πρόσθια έλικα του προσαγωγίου και ο αριστερός πρόσθιος φλοιός ήταν λιγότερο ενεργοί μετά από τις τρεις συνεδρίες. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η θεραπεία του ΜΤΣ έχει ως αποτέλεσμα όχι την ελάττωση της δραστηριότητας του μεταιχμιακού συστήματος, αλλά την αύξηση της ικανότητας του οργανισμού να διαχωρίζει τους πραγματικούς από τους φανταστικούς κινδύνους.
Η έρευνα των Oh και Choi (2004) κατέδειξε, συγκρίνοντας μαγνητικές τομογραφίες πριν από και μετά τις συνεδρίες EMDR, μια αυξημένη εγκεφαλική έκχυση αμφοτερόπλευρα στον πλαγιοπίσθιο προμετωπιαίο φλοιό και χαμηλότερη στον κροταφικό συνειρμικό φλοιό. Σύμφωνα με αυτά τα ευρήματα, η δράση του EMDR οδηγεί σε:
Καλύτερη διαχείριση του συναισθήματος λόγω της αυξημένης δραστηριότητας του πρόσθιου φλοιού.
Ελάττωση της υπεραπαντητικότητας της αμυγδαλής, όπως φαίνεται από τη μείωση της δραστηριότητας του συνειρμικού φλοιού.
Υποχώρηση των αναμνήσεων που συνδέονται με το τραύμα.
Εγκαθίδρυση λειτουργικής ισορροπίας μεταξύ μεταιχμιακού (λιμβικού) συστήματος και πρόσθιου φλοιού.
Σε παρόμοια αποτελέσματα κατέληξαν πρόσφατα και οι Lansing, Amen, Hanks και Rudy (2005). Στην έρευνά τους με 6 αστυνομικούς που έπασχαν από ΜΤΣ – λόγω εμπλοκής τους σε πυροβολισμούς εν ώρα υπηρεσίας -, οι οποίοι συμμετείχαν σε θεραπεία EMDR, χρησιμοποίησαν μετρήσεις στην κλίμακα διερεύνησης ΜΤΣ ( PTSD- Scale), μαγνητικές τομογραφίες SPECT ( High resolution brain single photon emission computer tomography: υψηλής ανάλυσης υπολογιστική τομογραφία μονοφωτονικής εκπομπής εγκεφάλου), πριν από και μετά τη θεραπεία. Όλοι παρουσίασαν υποχώρηση των συμπτωμάτων και ελάττωση της δραστηριότητας στον αριστερό και δεξιό ινιακό λοβό, αριστερό βραγματικό λοβό και δεξιό πρόσθιο κεντρικό μετωπιαίο λοβό, καθώς και στατιστικά σημαντική αύξηση στην έκχυση της κάτω μετωπιαίας έλικας. Το συμπέρασμα των ερευνητών είναι ότι το EMDR οδηγεί σε κλινικές και νευροφυσιολογικές μεταβολές.
Οι Elofsson και συνεργάτες (2007) διερεύνησαν τις φυσιολογικές παραμέτρους οι οποίες, σύμφωνα με πρόσφατες υποθέσεις, επηρεάζονται από το EMDR: απόσπαση, εξαρτημένη αντίδραση, αντίδραση επαναπροσανατολισμού και παρόμοιοι μηχανισμοί με τη φάση REM του ύπνου. Η έρευνα διεξήχθη σε ομάδα αντρών με διάγνωση ΜΤΣ.
Το διεστιακό ερέθισμα είχε ως συνέπεια τη μείωση της ταχυκαρδίας καθώς και της δερματικής αγωγιμότητας, την αύξηση της θερμοκρασίας των δακτύλων, ενώ παράλληλα επιβράδυνε τον ρυθμό της αναπνοής. Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το διεστιακό ερέθισμα του EMDR κινητοποιεί το χολινεργικό και εμποδίζει το συμπαθητικό σύστημα, φαινόμενο που παρατηρείται και κατά τη φάση REM του ύπνου.
Ας δούμε και συγκριτικά μετεγενέστερες ερευνητικές αναλύσεις που δείχνουν τη σαφή υπεροχή του EMDR ως προς την αποτελεσματικότητα και την ταχύτητα. Οι van Etten και Taylor (1998) συμπέραναν, με βάση την ανάλυσή τους, ότι το EMDR και η γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία είναι άμεσα αλλά και μακροπρόθεσμα πιο αποτελεσματικές στην αντιμετώπιση του ΜΤΣ σε σχέση με τη θεραπευτική ύπνωση, τις τεχνικές χαλάρωσης και τη δυναμική ψυχοθεραπεία. Υποστηρίζουν ωστόσο ότι το EMDR επιτυγχάνει την υποχώρηση των συμπτωμάτων σε μικρότερο αριθμό συνεδριών απ’ ό,τι η γνωσιακή θεραπεία.
Παρόμοια αποτελέσματα είχε και η μεταανάλυση του Wagner (2004): το EMDR και η γνωσιακή- συμπεριφοριστική θεραπεία είναι εξίσου αποτελεσματικές μέθοδοι στην αντιμετώπιση του ΜΤΣ, της κατάθλιψης και της φοβίας. Η διαφορά έγκειται κι εδώ στο ότι το EMDR απαιτεί κατά μέσο όρο 5 συνεδρίες, ενώ η γνωσιακή θεραπεία 8 συνεδρίες μέχρι να επιτευχθεί υποχώρηση των συμπτωμάτων.

Η Alto (2001) επιπλέον κατέλειξε στο συμπέρασμα ότι το EMDR υπερτερεί σε σχέση με άλλες τεχνικές ως μέθοδος αντιμετώπισης του ΜΤΣ σε θύματα τραυματικών εμπειριών (εκτός πολέμου).
Ο Kim (2005) καταλήγει σε παρόμοια συμπεράσματα: για την αντιμετώπιση του ΜΤΣ, το EMDR αποδεικνύεται εξίσου αποτελεσματικό με τη γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία και παράλληλα οδηγεί σε ελάττωση των συμπτωμάτων σε λιγότερες συνεδρίες, ενώ δεν απαιτεί από τους ασθενείς επιπρόσθετες ασκήσεις για το σπίτι.
Οι Zimmermann και συνεργάτες (2005) συνέκριναν τα αποτελέσματα ερευνών που διεξήχθησαν από το 1998-2002 σε 89 Γερμανούς στρατιώτες με ΜΤΣ. Οι στρατιώτες που συμμετείχαν σε θεραπεία EMDR είχαν καλύτερα αποτελέσματα εν σχέσει με τους στρατιώτες που έλαβαν μέρος σε υποστηρικτική θεραπεία, τόσο άμεσα όσο και μακροπρόθεσμα (κατά τον επανέλεγχο).
Επίσης, αξίζει να αναφερέρουμε ότι η εφαρμογή του EMDR σε παιδιά και εφήβους που πάσχουν από μετατραυματικές διαταραχές αποδεικνύεται πολύ αποτελεσματική, αν και δεν έχουν πραγματοποιηθεί παρά ελάχιστες συστηματικές έρευνες. Ο Greenwald (1994) διεξήγαγε μία με δύο συνεδρίες EMDR με 5 παιδιά (4-11 ετών) που έπασχαν από μετατραυματικές αντιδράσεις μετά τον τυφώνα Άντριου που έπληξε την Καλιφόρνια το 1992. Σε συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε μία και τέσσερις εβδομάδες μετά τη θεραπεία, όλοι οι γονείς δήλωσαν ότι τα συμπτώματα των παιδιών είχαν υποχωρήσει.
Οι Cocco και Sharpe (1993) διεξήγαγαν μια συνεδρία EMDR με ένα παιδάκι ηλικίας 4,5 ετών μετά από τραυματική εμπειρία, το οποίο έπασχε από διάφορα συμπτώματα, όπως εφιάλτες, ενούρηση κ.α. Τα συμπτώματα υποχώρησαν άμεσα. Μετά από έξι μήνες ωστόσο, οι γονείς ανέφεραν ότι το παιδί είχε αρχίσει πάλι να κοιμάται στο δικό τους κρεββάτι και ότι φοβόταν να πάει μόνο του τη νύχτα στην τουαλέτα.
Ο Tufnell (2005) περιγράφει τα θεαματικά αποτελέσματα του EMDR σε 4 παιδιά στην προεφηβεία: στη διάρκεια 2-4 δυνεδριών EMDR, τα συμπτώματα του ΜΤΣ υποχώρησαν, ενώ χρειάστηκαν συνολικά το πολύ 7 θεραπευτικές συνεδρίες, παρόλο που τα 3 από τα 4 παιδιά έπασχαν από χρόνια μετατραυματικά συμπτώματα. Τα αποτελέσματα παρέμειναν σταθερά και κατά τον επανέλεγχο έξι μήνες μετά τη θεραπεία.Ο Hensel (2006) μελέτησε μια σειρά από ελεγχόμενες έρευνες σχετικές με την εφαρμογή του EMDR σε παιδιά και εφήβους και κατέλειξε στο συμπέρασμα ότι η αποτελεσματικότητα της μεθόδου ως προς την ταχεία υποχώρηση των συμπτωμάτων ΜΤΣ είναι ανάλογη με αυτήν στους ενηλίκους. Συνοψίζοντας, η αποτελεσματικότητα της μεθόδου EMDR στη θεραπευτική αντιμετώπιση ενηλίκων με ΜΤΣ είναι επιστημονικά επαρκώς τεκμηριωμένη. Αρκετές έρευνες όπως προαναφέραμε υποστηρίζουν ότι το EMDR δρα ταχύτερα και πιο αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση του ΜΤΣ αναφορικά με άλλες θεραπείες.

Επίλογος

Γενικά, το EMDR και η γνωσιακή-συμπεριφοριστική θεραπεία έχουν τα καλύτερα αποτελέσματα στην αντιμετώπιση του ΜΤΣ. Το πρώτο απαιτεί όμως σε πολλές περιπτώσεις, μικρότερο αριθμό συνεδριών. Κατά κανόνα, όσο πιο μεθοδολογικά εμπεριστατωμένη είναι η έρευνα, τόσο καλύτερα αποτελέσματα έχει το EMDR, συγκριτικά με άλλες μεθόδους. Τέλος, η εφαρμογή του EMDR σε παιδιά και εφήβους με ΜΤΣ αποδεικνύεται πολύ αποτελεσματική, αν και έχουν γίνει λίγες ποιοτικές έρευνες. Επομένως, επισημαίνουμε την αναγκή για διεξαγωγή περαιτέρω συστηματικών ερευνών, που θα συνεχίσουν να ελέγχουν την αποτελεσματικότητα της μεθόδου EMDR, τόσο συγκριτικά με άλλες μεθόδους όσο και σε βάθος χρόνου.

Βιβλιογραφία

1.Alto, C. (Ed.) (2001). Meta-analysis of EMDR efficacy studies in the treatment of PTSD. Univ. Microfilms International (62).
2.Amadeo, M. & Shagas, C. M. (1963). Eye movements, attention and hypnosis. Journal of Nervous & Mental Disease, 136, 139-145.
3.Antrobus, J.S. & Singer, J. (1964). Eye movements, accompanying daydreams, visual imagery and thought suppression. Journal of Abnormal and Social Psychology, 69,
244-252.
4.Bower, G. H. (1981). Mood and memory. American Psychologist, 36, 129-148.
5.Brink, A. (2001). Kombinierte Traumatherapie mit EMDR and Hypnosetherapie. On-line: www.traumatherapie.de
6.Cocco, N. & Sharpe, L. (1993). An auditory variant of EMD in a case of childhood PTSD. Journal of Behavior Therapy and Experimental Psychiatry, 24 (4), 373-377.
7.Elofsson, U. O., von Scheele, B., Theorell, T., & Sondergaard, H. P. (2007). Psysiological correlates of EMDR. Journal of Anxiety Disorders, 13, 119-130.
8.Foa, E. B., Dancu, C. V., Hembree, E. A. et al. (1999). A comparison of exposure therapy, stress inoculation training and their combination in reducing PTSD in female assault victims. Journal of Counselling and Clinical Psychology, 67, 194-200.
9.Forbes, D., Creamer, M., & Rycroft, P. (1994). EMDR in PTSD: A pilot study using assessment measures. Journal of Behavior Therapy and Experimental Psychiatry, 25 (2), 113-120.
10.Gale, A. & Johnson, F. (Eds.) (1984). Theoretical and applied aspects of eye movement research. New York: Elsevier.
11.Gilligan, S. (2003). EMDR und Hypnose. In F. Shapiro (Ed.), EMDR als ein integrativer psychotherapeutischer Ansatz (pp. 275-292). Paderborn: Junfermann.
12. Grand, D. (1999). EMDR and Psychodynamic Theory and Practice. Online: www.traumatherapie.de
13.Greenwald, R. (1994). EMDR: An overview. Journal of Contemporary Psychotherapy, 24 (1), 15-34.
14.Hensel, T. (2006). Effektivitat von EMDR bei psychisch traumatisierten Kindern und Jugendlichen. Kindheit und Entwicklung, 15 (2), 107.
15.Hogberg, G., Pagani, M., Sundin, O. et al. (2007). On treatment with EMDR of chronic PTSD in public transportation workers – A randomized controlled trial. Nordic Journal of Psychiatry, 61 (1), 54-61.
16.Jensen, (1994). An investigation of EMDR as a treatment for PTSD symptoms of Vietnam combat veterans. Behavior Therapy, 25 (2), 311-325.
17.Kim, D. (2005). Eye Movement Desensitization and Reprocessing for Post Traumatic Stress Disorder. Journal of the Korean Neuropsychiatric Association, 44 (2), 147-151.
18.Konuk, E., Knipe, J., Eke, I. et al. (2006). The effects of EMDR therapy on PTSD in survivors of the 1999 Marmara, Turkey, Earthquake. International Journal of Stress Management, 13 (3), 291-308.
19.Lamprecht, F. & Lempa, W. (1997). Psychoanalyse und EMDR: In C. T. Eschenroder (Ed.), EMDR-eine neue Methode zur Verarbeitung traumatischer Erinnnerungen (pp. 161-177). Tubingen: DGVT Verlag.
20.Lang, P. J. (1977). Imagery In therapy: An information processing analysis of fear. Behavior Therapy, 8, 862-886.
21.Lansing, K., Amen, D. G., Hanks, C., & Rudy, L. (2005). High resolution brain SPECT imaging and EMDR in police officers with PTSD. The Journal of Neuropsychiatry and Clinical Neurosciences, 17 (4), 526-532.
22.Lazrove, S., Triffleman, E., Kite, L. et al. (1998). An open trial for EMDR as treatment for chronic PTSD. American Journal of Orthopsychiatry, 68 (4), 601-608.
23.Levin, P., Lazrove, S., & van der Kolk, B. (1999). What psychological testing and neuroimaging tell us about the treatment of PTSD by EMDR. Journal of Anxiety Disorders, 13 (1-2), 159-172.
24.Oh, D.-H. & Choi, J. (2004). Changes in the regional cerebral perfusion after EMDR: A SPECT study of two cases. Korean Journal of Biological Psychiatry, 11 (2), 173-180 (περίληψη στα αγγλικά).
25.Ringo, J.L., Sobotka, S., Diltz, M. D., & Bruce, C. M. (1994). Eye movements modulate activity in hippocampal, parahippocampal, and inferotemporal neurons. Journal of Neuropsysiology, 71, 1-4.
26.Rothbaum, B. O. (1997). A controlled study of EMDR in the treatment of PTSD sexual assault victims. Bulletin of the Menninger Clinic, 61, 1-18.
27.Sack, M., Nickel, L., Lempa, W., & Lamprecht, F. (2003). Psychophysiologische Regulation bei Patienten mit PTSD: Veranderungen nach EMDR-Behandlung. Zeitschrift fur Psychotraumatologie und Psychologische Medizin, 1 (3), 47-57.
28.Schubbe, O. (2004). Traumatherapie mit EMDR. Gottingen: Vandenhoeck & Ruprecht.
29.Shapiro, F. (1989a). Efficacy of the EMDR procedure in the treatment of traumatic memories. Journal of Traumatic Stress, 2 (2), 199-223.
30. Shapiro, F. (1989b). EMDR: A new treatment for PTSD. Journal of Behavior Therapy and Experimental Psychiatry, 20, 211-217.
31.Shapiro, F. (2001). Eye Movement Desensitization and Reprocessing (EMDR): Basic principles, protocols and procedures. New York: Guilford Press.
32.Silver, S. M., Rogers, S., Knipe, J., & Colelli, G. (2005). EMDR therapy following the 9/11 terrorist attacks: A community-based ontervention project in New York City. International Journal of Stress Management, 12 (1), 29-42.
33.Smyth, N. J. & Poole, A. D. (2003). EMDR und cognitive Verhaltenstherapie.
34.Tufnell, G. (2005). EMDR in the treatment of pre-adolescent children with post-traumatic symptoms. Clinical Child Psychology and Psychiatry, 10 (4), 587.
35. van der Kolk, B. A., Burbridge, J. A., & Suzuki, J. (1998). Die Psychologie traumatischer Erinnerungen. Klinische Folgerungen aus Untersuchungen mit bildgebenden Verfahren bei Patienten mit PTSD. In A. Streeck- Fischer (Ed.), Adoleszenz und Trauma (pp. 57-78). Gottingen: Vandenhoeck & Ruprecht.
36.van Etten, M. & Taylor, S. (1998). Comparative efficacy of treatments for PTSD: A meta-analysis. Clinical Psychology and Psychotherapy, 5, 126-144.
37.Vaughan, K., Wiese, M., Gold, R., & Tarrier, N. (1994b). EMD: Symptom change in PTSD. British Journal of Psychiatry, 164, 533-541.
38. von Saint Paul, N. (2001). EMDR und systemische Familientherapie. online: www. Traumatherapie.de
39. Wachtel, P. L. (2003). EMDR und Psychoanalyse. In F. Shapiro (Ed.), EMDR als integrativer psychotherapeutischer Ansatz (pp. 155-188). Paderborn: Junfermann.
40.Wagner, F. (2004). Die Wirksamkeit von EMDR bei der PTS Dim Vergleich zu Kontrollbedingungen und kognitiv-behavioralen Therapien- eine metaanalytische Untersuchung. Dissertationsschrift aus der Psychosomatischen Klinik der Universitat Heidelberg, Sektion Psychotraumatologie.
41. Wilson, D. L., Becker, L. A., & Tinker, R. H. (1995). EMDR treatment for psychologically traumatized individuals. Journal of consulting and Clinical Psychology, 63 (6), 928-937.
42. Wilson, D. L., Becker, L. A., & Tinker, R. H. (1997). Fifteen month follow up of EMDR treatment for PTSD and psychological trauma. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 65 (6), 1047-1056.
43.Zimmermann, P., Guse, U., Barre, K., & Biesold, K. H. (2005). EMDR in der Bundeswehr- Untersuchung zur Wirksamkeit bei Posttraumatischer Belastungsstorung. Krankenhauspsychiatrie, 16 (2), 57-63.


Κάλεσε τώρα στο Τηλ. 697 2057 977
... και αξιοποίησε μια απο τις υπηρεσίες συμβουλευτικής, ψυχοθεραπείας και προσωπικής ανάπτυξης
Δενδραλίδη Λίνα
Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπεύτρια Bsc., Msc.
Πτυχιούχος Παντείου Παν/μείου
Master Γνωσιακή Επιστήμη, Παν/μείου Αθηνών
Μέλος Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων